20 Μαΐ 2014

Η συνάντηση.

Στον δρόμο για το σπίτι απο το σούπερ-μάρκετ. Πάντα την ίδια ώρα με τις ίδιες σκέψεις γαντζωμένες σε ώμους πέτρα. Τα τελευταία χρόνια νιώθω μια σιγουριά όταν στο σακίδιο κουβαλάω εκτός απο τα συνηθισμένα και μια εξάδα μπύρες ή κάτι παρόμοιο. Μια επιβεβαίωση ότι ίσως το όνειρο βρεί τον δρόμο του στο κεφάλι μου ευκολότερα απόψε. Καθώς κατηφορίζω με χτυπάει το σακίδιο ελαφρά στην πλάτη και το περιεχόμενο του με ανάλαφρους τοπικούς παφλασμούς με καθησυχάζει.Τα τελευταία χρόνια. Τις τελευταίες μέρες. Τις τελευταίες σκέψεις.

Στο χαρτί ζωγραφίζω ασυναίσθητα μια πόρτα και γύρω της κάτι που μοιάζει με δέντρο ή κλαδία απο κάτι μεγαλύτερο. Η πόρτα παίρνει ζωή και το χαρτί γίνεται κόσμος ολόλευκος να τον αγγίξεις με το πινέλο σου. Να τον ζωγραφίσεις και να τον λερώσεις. Χαράζει μια αχτίδα φως στην πόρτα και με καταβροχθίζουν τρελές αχτίδες απο χρώματα. 

Με βρίσκει ο καθρέφτης μου στην απέναντι μεριά. Κοντοστέκεται. Κοιτάζει τον εαυτό του. Του δίνει μια φωτογραφία. Την κοιτάει. Βλέπει. Εγκλωβίζεται μονομιάς σε ένα ορθογώνιο πλέγμα και πιέζει μάταια να βγεί. Κατρακυλάει στην τυπωμένη φωτογραφία. Με ρωτάει αν τα πήγα καλά. Με ρωτάει πως θα βγώ. Μου λύνει απορίες γεννώντας άλλες. Θυμάται. Θυμάμαι. Ρωτάω τον εαυτό μου. Πόσο καλά τα πήγες; Πόσο σου αρέσει ο εαυτός σου; Πόσο πλέον καλύτερα σε ξέρω; Σου αρέσει αυτό που έγινες, αυτό που γίνεσαι. Με κοιτάχει σαστισμένος. Θέλεις να βγείς ή να μείνεις εδώ; Διαλύεται η φωτογραφία σαν απο αντιύλη και κρεμμάται ο εαυτός μου πλέον απο μια κλωστή, λεπτή τόση δα πάνω απο ένα μεγάλο κενό. 

Κλείνει η πόρτα και με αφήνει απ' έξω. Το χαρτί βρίσκεται αγκαλιασμένο σφιχτά γύρω απο τον εαυτό του συντροφιά με άδεια τενεκεδάκια και σημειώσεις, στον κάλαθο των αχρήστων.

1 σχόλιο: