Πάντα πρέπει στο τέλος να σκέφτεσαι τι σου απομένει, ή καλύτερα τι σου έχει μείνει. Όταν λέω "πάντα πρέπει στο τέλος" εννοώ πως το πρέπει έρχεται απο μόνο του. Δηλαδή προκαλείς πάντα μόνος σου στον εαυτό σου ένα κύμα αντιδράσεων, του να προσπαθήσεις να αιτιολογήσεις την θολούρα. Να εξηγήσεις με κρότο, το πως έγινε και σου έμειναν αυτά που σου έμειναν. Κάποτε πίστευα πως ακόμα και αν όλα χαθούν πάντα θα σου μένει το χιούμορ, ο σαρκασμός έστω η ειρωνία. Δεν κουβαλώ τίποτε που τούτα πλεόν. Αυτά έμειναν στο φίλτρο. Μαζί με την κιτρινίλα. Πλέον μόνο ζω για να ζήσουμε.
Προσπαθείς με κρότο είπα, αλλά στην ουσία είναι ένα ελαφρύ κλείσιμο στην πόρτα. Μην ξυπνήσουν. Έφυα, αν θέλετε περιμένετε αλλά μεν το δέσετε και κόμπο στο μαντήλι σας. Να τον βλέπετε και να θυμάστε. Ο κόμπος είναι αλλού. Να σκαλώνουν πάνω του τα λόγια και οι γουλιές οι κοφτές, τα κρυά τα φιλιά στους σταθμούς, στα αεροδρόμια και στους χώρους στάθμευση, να κοντοστέκονται πάνω του τα επόμενα βήματα. Να τους προσπερνούν για να τους ξανάβρουν.
Τι σου απομένει. Τι πρέπει να σου μείνει, ή καλύτερα τι θα έπρεπε να κρατούσες. Αν δεν το κράτησες τότε δεν το ήθελες. Αν το θέλεις τότε μπορείς και λοιπές μαλακείες. Αν το ήθελαν οι άλλοι παραπάνω; Ας είναι. Ας το κρατούσες, γερά, σαν κρεμμυδόφυλλο, στις παρυφές του κάτω κόσμου.
Τα πρωινά τι σου μένει. Μια ζάλη να την κρατάς αγκαλία ως τα μεσημέρια. Να την ξανάβρεις στο τέλος του δειλινού. Τι σου μένει στο τέλος, που τα δειλινά. Να ασφυκτιάς τα όνειρα τα υστερινά, να τα ξυπνάς εσύ αντί αυτά εσένα. Να τα παρακαλάς να μείνουν στον ύπνο. Μην σε κρατήσουν ξύπνιο.
Η θολούρα. Το ίζημα, να αναδεύεται. Να μεν κάθεται. Τούτο μου έμεινε. Τούτο βλέπω. Θολά, με γυαλιά. Με αδυναμία να γράψω, να πω, να μιλήσω. Μόνο να σιωπώ σκυφτός. Ο κόσμος να λείπει. Ο κόσμος που ήθελα. Ο κόσμος που νύχτωσε. Ήθελα να γράψω κάτι άλλο βλέπετε. Κάτι δικό μου αλλά πλέον γράφει κάποιος άλλος. Που δεν μπορώ να δω διότι η θολούρα ακόμα εν έκατσε. Διότι ο φούρνος φέρνει πυρά.
Προσπαθείς με κρότο είπα, αλλά στην ουσία είναι ένα ελαφρύ κλείσιμο στην πόρτα. Μην ξυπνήσουν. Έφυα, αν θέλετε περιμένετε αλλά μεν το δέσετε και κόμπο στο μαντήλι σας. Να τον βλέπετε και να θυμάστε. Ο κόμπος είναι αλλού. Να σκαλώνουν πάνω του τα λόγια και οι γουλιές οι κοφτές, τα κρυά τα φιλιά στους σταθμούς, στα αεροδρόμια και στους χώρους στάθμευση, να κοντοστέκονται πάνω του τα επόμενα βήματα. Να τους προσπερνούν για να τους ξανάβρουν.
Τι σου απομένει. Τι πρέπει να σου μείνει, ή καλύτερα τι θα έπρεπε να κρατούσες. Αν δεν το κράτησες τότε δεν το ήθελες. Αν το θέλεις τότε μπορείς και λοιπές μαλακείες. Αν το ήθελαν οι άλλοι παραπάνω; Ας είναι. Ας το κρατούσες, γερά, σαν κρεμμυδόφυλλο, στις παρυφές του κάτω κόσμου.
Τα πρωινά τι σου μένει. Μια ζάλη να την κρατάς αγκαλία ως τα μεσημέρια. Να την ξανάβρεις στο τέλος του δειλινού. Τι σου μένει στο τέλος, που τα δειλινά. Να ασφυκτιάς τα όνειρα τα υστερινά, να τα ξυπνάς εσύ αντί αυτά εσένα. Να τα παρακαλάς να μείνουν στον ύπνο. Μην σε κρατήσουν ξύπνιο.
Η θολούρα. Το ίζημα, να αναδεύεται. Να μεν κάθεται. Τούτο μου έμεινε. Τούτο βλέπω. Θολά, με γυαλιά. Με αδυναμία να γράψω, να πω, να μιλήσω. Μόνο να σιωπώ σκυφτός. Ο κόσμος να λείπει. Ο κόσμος που ήθελα. Ο κόσμος που νύχτωσε. Ήθελα να γράψω κάτι άλλο βλέπετε. Κάτι δικό μου αλλά πλέον γράφει κάποιος άλλος. Που δεν μπορώ να δω διότι η θολούρα ακόμα εν έκατσε. Διότι ο φούρνος φέρνει πυρά.
Παρ όλη τη θολούρα είδα μέσα από τις γραμμές σου αρκετά καθαρά πιστεύω.
ΑπάντησηΔιαγραφήΕίχεν κάποτε κάποιον που τα άφησε όλα πίσω του για να ζήσει ότι ονειρευόταν. Ήξερε τον πόνο που θα σκορπίσει, ήξερε και το βάρος που θα κουβαλούσε μέσα του, αλλά η ζωή άπλωνε του το χέρι και δεν άντεχε να της αρνηθεί. Έζησε το άπιαστο. Δεν πατούσε πια στη γη αλλά πετούσε... Μαζί με όσα ονειρεύτηκε.
Λίγο καιρό μετά αναποδογυριστηκαν όλα. Εκείνη που τον κρατούσε από το χέρι δεν άντεχε πια, γιατί ήρθαν δύσκολοι καιροί. Ο άνθρωπος μας έφαε, όχι μόνο ένα μπάτσο μες τα μούτρα από τη ζωή την ίδια, αλλά και άλλον ένα από αυτό που πίστευε ότι ήταν το όνειρο του.
Τι του έμεινε φίλε μου τούτου του ανθρώπου ;
Ο εαυτός του και όποιος ετόλμησε και άντεξε να σταθεί δίπλα του μες τα δύσκολα.
"Πρέπει πάντα στο τέλος " να σκέφτεσαι τι σου απομένει. Αλλά ποιόν είναι το τέλος;
Το τελευταίο Τέλος είναι το τελείωμα της Ζωής... Όλα τα ενδιάμεσα είναι σταθμοί.
Ο κόσμος που ήθελες και ήθελε ο άνθρωπος μας μπορεί να τέλειωσε.
Έχει έναν άλλο κόσμο που περιμένει έξω. Διαφορετικό. Με άλλους παίχτες.
Εκείνος πάντως αρνήθηκε να παίξει τον ρόλο του βρυκόλακα βγήκε έξω να τον συναντήσει.
Με ο,τι του επιφυλάσσει.
Κάπως έτσι μένουν τα σαββατοκυρίακα στα αζήτητα.
ΔιαγραφήΛίγο βαρύ το κείμενο, φιλοσοφημένο όμως. Τα ιζήματα, όταν πετρώσουν, γίνονται και θεμέλια!...
ΑπάντησηΔιαγραφήΞενούδης