Κόκκινα σύννεφα έπνιγαν το μαβί δειλινό. Κατάπιναν βαριές, μεταλλικές, οβίδες - πυρωμένες σκέψεις - στο διάβα τους, και έσμιγαν με τον αέρα στον καμβά που τελειώνει στην γραμμή που θέλαμε απο πάντα να φτάσουμε παιδιά.
Άνοιξε την πόρτα με τον γνώριμο θορυβο και την έκλεισε νωχελικά με τον επιφυλακτικό της γδούπο, γύρνα, θα σε περιμένω να σου ανοίξω, να σε μπάσω στην ζεστασιά του δωματίου σου, που ζεσταίνει όσο η κορυφή ενός παγόβουνου.
Γυρόφερνε. Αναδευε ως συνήθως τα γεννήματα του νού του σαν τσίχλα μετά απο τσιγάρο στο στεγνό του στόμα. Κύλησε στον κατήφορο και με ανήμπορα γόνατα, βάδισε.
Το φωσφορίζων χρώμα του ασθενοφόρου έμοιαζε με ξέφρενη πινελιά σε διαγωνισμό ζωγραφικής νηπιαγωγείου. Κάποιος συνταξιούχος θα' ναι.
Ο φθίνων άντρας στεκόταν. Ακουμπούσε. Αγκάλιαζε. Έγερνε σαν ξεχασμένο σκουπόξυλο πάνω στον νοσοκόμο των πρώτων βοηθειών. Κοίταζε με άπειρο ενδιαφέρων τα χαλίκια στο στενό πεζοδρόμιο. Κάπου εκέι ανάμεσα στα αποτσίγαρα και τα εκατομμύρια κόκκους σκόνης υπήρχε ένας αδερφός, μια μητέρα, ένας πατέρας, μια αδερφή - ποιός ξέρει - ένας γιός, μια κόρη. Μια αγάπη. Τα χέρια του έστριβαν αφύσικα γύρω απο τα μπράτσα του νέου του λυτρωτή. Τα κοκκαλωμένα του δάχτυλα άπλωναν στο πρώτο κοράκι να ξαποστάσει.
Με κοίταξε. Και τότε είπα πως δεν θα γυρνούσα πίσω. Πως αν με κοίταζε ξανά θα γινόμουν στήλη απο αλάτι. Πως θα έσμιγαν οι αμαρτίες μου σε ένα και μόνο βράχο. Χάθηκα στο γκρίζο-γαλάζιο και έσπρωχνα τον βράχο. Έμεινα εικόνισμα, στον χρυσό διάδρομο της εκκλησίας εκέινο το δειλινό. Όταν το φως κατάπινε τους περαστικούς, τις μυρωδιές, και τα άνθη του επιταφίου.
Έσπρωξε την γυάλινη εξώπορτα. Καλωσήρθες, τόσο γρήγορα; Τον έπνιξε το χνώτο της σαρκοφάγου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου