5 Μαρ 2013

Κάπου νυχτώνει.

Όλα ζούσαν εκέι. Εκεί μέσα στους μεσοσκότεινους διαδρόμους του μυαλού. Στο χαμηλό φώς που άλλαζε χρώματα και ένταση καθώς ο αέρας πάλευε με τις κοφτερές σιωπές. Αγκομαχούσε να βγεί  ενώ σφύριζε και ξυθύμαινε πάνω στα τοιχώματα που έκλειναν μέσα τους εκατομμύρια μικρές σκέψεις που έγδερναν και χτυπούσαν τις πλάτες τους πάνω στα αγέρωχα ντουβάρια. Να βγούν. Να πλυθούν στο φώς. Να εξιλεωθούν μέσα στην πρωινή νοτιά σε ένα καταπράσινο λειβάδι, να αναστηθούν. Και τότε οι άπιστοι θα πίστευαν καθώς θα έβαζαν τα δάχτυλα στις πληγές απο τα καρφιά και την λόγχη. Θα πίστευαν όταν το φιλί θα μύριζε ξύδι, και η δίψα θα έσβηνε. 

Κάπου νυχτώνει,

μα το το δειλινό θύμίζε ανάσταση. Σε ένα λόφο όχι πολύ μακριά απο δω. Με δυο λέξεις πυροβόλησε κατευθείαν στον κρόταφο και οι σκέψεις χύθηκαν στο νεαρό χορτάρι λεκκιάζοντας το ουρανί φόρεμα και αφήνοντας πίσω τους μεγάλες βασιλικές πεταλούδες. Δυο σπίνοι αγριοκοίταξαν ο ένας τον άλλον και τράπηκαν σε φυγή γλιστρόντας στον ορίζοντα. Τα μάτια τρόμαξαν και αναπάυθηκαν κάτω απο βαριά βλέφαρα και νυσταγμένες βλεφαρίδες. Τρέξαν οι βαφές και σμίξανε με γλυφό δάκρυ, μα ο δρόμος φώναζε. Μακρύς, πλατύς, βαρύς και ασήκωτος, σοβαρός και αμίλητος. Κάπνιζε ο δρόμος καθώς νύχτωνε και άφηνε πίσω του οπτασίες καταπίνοντας τον ήλιο του Μάη. 

Κάπου νυχτώνει,

και βρίσκεται στην άκρη του νερού. Εκέι που τελειώνει η ύπαρξη. Εκέι που θάβονται τα όνειρα. Εκέι που όλα μένουν στάσιμα και βιώνουν εκλάμψεις φωτεινές με κάτι αναμνήσεις σαν αιωνόβια κυπαρίσσια.  Εκέι που σκεπάζονται οι εφιάλτες μην κρυώσουν. Που ζητούν καταφύγιο οι ξεχασμένες μέρες και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Εκεί. Εκεί που πάντα έρχεσαι. Εκεί που πάντα σχεδόν πέτυχες. Εκεί που παν οι τελευταίες αχτίδες της μέρας να αφήσουν την τελευταία τους πνοή. 

Νυχτώνει.