9 Μαρ 2013

Σε έναν κόσμο γυάλινο και αποστειρωμένο,

όλα κοιτάζουν μέσα απο στρεβλωμένους καθρέφτες και θολωμένα ματογυάλια τα κωμικά είδωλα που έχουμε καταντήσει. Αναζητούν την χαμένη αίγλη. Την χαμένη κόψη που πλέον κοσμεί την σκωροφαγωμένη βιτρίνα. Ζητούν την ζέστη της ημέρας και την αβρότητα του ολόγιομου φεγγαριού τις Αυγουτσιάτικες νύχτες. Ψάχνουν την άκρη απο όπου θα σκισουν το άψυχο σελοφάν, να βρούν το κλειδί και το κρυφό παρασύνθημα για να αφεθούν ελέυθερα. Να απελευθερωθούν απο τον ταγκισμένο αέρα, να γεμίσει τους βρόγχους τους θυμαρίσιος αέρας και αφρός απο το κύμα. 


Ήσυχα,


περιμένουν το τέλος σε πράσινες οπτασίες. Υγρές. Το αυθόρμητο αγκομαχητό και την απρόσμενη αναπνοή στις μικρές ώρες της ημέρας. Τις ζωές τους που ξεριζώθηκαν απο υποσχέσεις και φουσκωμένα μπαλόνια. Φανφάρες. Ξεχασμένες και επιπόλαιες. Στην χάση και στην φέξη. Κοιτούν καθώς η γυρίζει η μπάλα. Με βλέμμα απόκοσμο και περίεργο. Γεμάτο. Γεμάτο. Δικό τους προσωπικό βλέμμα. Γυρνούν προς την την σκοτεινιά. Τα παράφυτα της ζωής. Κλίνουν στην δικιά τους αγκαλιά. Αυτήν που ξέρουν. Αυτήν που έμαθαν να δίνουν. Ξεχνούν και αναπολούν.

Ανθίζουν,

σε όνειρα. Σε όνειρα απο αυτά που πέρασαν. Σε κλειστά και δικά τους δευτερόλεπτα. Εκέι που ζούν. Παρακαλούν να μείνουν στην σκοτεινότερη ώρα της αυγής. Μην έρθει η ώρα να θαφτούν σε άθλιες πραγματικότητες. Μην γίνουν κουβάρια σε μέρες άτονες, γραμμένες σε φθηνό χαρτί με άξυστο μολύβι. Μην έρθει η ώρα να βγούν απο την μήτρα του ασυνείδητου. 


Μη ζήσουν.