Ξαφνικά, τώρα σε μια ώρα στεγνή απο στιγμές και αγγίγματα θυμήθηκα πως χθές το βράδυ είχα ένα συναπάντημα. Ένα.
Νομίζω.
Πως εκεί στις άκρες, που χαράζουν ορφανές οι μικρές ώρες, στις ρωγμές του νου που ξεθυμαίνουν σαν ατμός οι διαστελλόμενες άναρχες σκέψεις, ήρθες. Ήρθες σαν κύμα όλο θυμό και όρεξη και κοντοστάθηκες. Πέταξες το χαλινάρι σου στο πάτωμα και κοίταξες αγέρωχα το κουφάρι που κείτονταν μπροστά σου. Σαν ανατόμος μπροστά σε ένα φρεσκοξασπρισμένο και άψυχο πτώμα. Κοίταζες με βλέμμα βυθισμένο σε θολό νερό και άπλωσες το χέρι. Αιωρείσαι. Νομίζω. Εγώ.
Πως ήρθες.
Είδα χθές το βράδυ πως γυρόφερνες σε ελάχιστη απόσταση απο πάνω μου, ενώ εγώ έπλεα σε φουρτουνιασμένες θάλασσες με ακυβέρνητο καράβι. Πως σχεδόν. Με. Άγγιζες. Ενώ, Εγώ; Εγώ, κινδύνευα να ξυπνήσω και όσο κινδύνευα τόσο κατηφόριζα μα εσύ, Νομίζω πως ακόμα βρισκόσουνα σε μια τροχιά απο πάνω μου. Σε μια νωχελική τροχιά - ξόδευες -αστερόσκονη. Ορκίζομαι πως,
Έκανες να αγγίξεις.
Και τρεμόπαιξαν τα βλέφαρα. Χύθηκε το φώς και έκαψε σαν κοκκινισμένο σίδηρο την σάρκα. Σε λίγο θα άφηνε το σημάδι της ακόμα μια μέρα. Ακόμα ένας κύκλος. Καίνε ασύστολα οι μέρες. Οι μέρες δίδυμες, φέρνουν ελπίδες κίτρινες και θνησιγενείς. Τράβηξες πίσω το χέρι και τότε ορκίστηκα. Πως, ναι. Ήταν. Αλήθεια. Οι κύκλοι. Οι κύκλοι που γυρόφερνες στην απόκοσμή σου αυτή περιπλάνηση. Οι κύκλοι ήταν αληθινοί.
Αληθινοί.
Η νύχτα μαρτύρησε άλλη μια φορά στο όνομα της αυγής. Σκόνταψε ο Ήλιος σου, σε ένα κομμάτι αστερόσκονη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου