14 Αυγ 2014

Η δίψα.

Κάποτε, μέσα-μέσα διψώ.

Για να σας δώσω να καταλάβετε του πως συμβαίνει αυτό θα ήθελα να το παρομοιάσω με αναλαμπές. Για παράδειγμα θα δώσω ένα παλιό φανάρι που έχεις μέσα στο συρτάρι χρόνια αλλά δεν έισαι σίγουρος αν εχάλασε ή όχι. Το φανάρι τούτο δουλέφκει όποτε θέλει, ας πούμε γυρέφκεις κάτι μέσα στο συρτάρι και ξαφνικά βλέπεις το. Πιάνεις το έτσι ξαφνικά και δοκιμάζεις να δείς αν δουλέφκει - τρεμοσβήνει η λάμπα - μετά ξαναπατάς το κουμπί - δεν δουλέφκει. Σκέφτεσαι εν ριπή οφθαλού, τι μπορεί να έπαθε αφού έχει μέσα 2 μπαταρίες και μια λάμπα, και αποφασίζεις αν θα το πετάξεις ή όχι. Αφήνεις το τελικά να συνεχίσει να κρύβεται μέσα στο συρτάρι ενώ εσύ συνεχίζεις φουριόζος.

Κάπως έτσι θέλω να περιγράψω την δίψα που με πιάνει ώρες-ώρες.

Η δίψα τούτη που με πιάνει είναι του να φκώ έξω. Να φκώ έξω το πρωί και να κάμω ό,τι μου κατεβεί. Να βουρήσω, να φκώ με το ποδήλατο, να γνωρίσω κόσμο να νεκατωθώ να σκoτώσω λλίες ώρες. Να εκκενωθώ σε κανένα βιβλίο, να μεν ξυπνήσω που μόνος μου πριν το ξυπνητήρι, να βοηθήσω κόσμο που ξέρω πως θέλει βοήθεια, να πω μαλακείες με τον εαυτό μου, να μαειρέψω τίποτε νέο τζαι να μεν τρώεται. Να σκεφτώ λλίο. Πιάνει με μια δίψα τζαι μονομιάς σκέφτουμαι πως εν το συνάισθημα να πίνεις νερό παγωμένο που μια γυάλλενη μπουκάλα σαν σταματάς το τσάππισμα. Έτσι. Μια δίψα τζαι το πως σβήνει.

Αλλά εν σαν το φανάρι. Τες παραπάνω φορές εν σβηστή μέστο συρτάρι.Δουλέφκει επίσης όποτε θέλει. Το χειρότερο, εν τόσο απλό να σβήσει τούτη η δίψα. Που εν την πετάσσω.

Τες ώρες που εν σβηστή τζαι απλώνει μέσα στο συρτάρι της σκέφτομαι. Σκέφτομαι πως γίνεται να κόφκουμε τη ζωή κάθε μέρα. Να την ακρωτηριάζουμε. Να την φτύνουμε και να την πετάσσουμε. Χωρίς δύσκολα λόγια, έκοψα πολλά πράματα. Πιάνουμε την ζωή τζαι κόφκουμε της τα πόθκια της κάθε μέρα που το πρωί ξημέρωμα. Βάλλουμε της το καλημέρα μέσα στα σκουπίθκια. Η ζωή μινίσκει παράλυτη να μας κοιτάζει σε ένα  παλιο-καροτσούι στην άκρια του πεζοδρομίου τζαι βα μας ζηθκιανέφκει. Κλωστούμε την ζωή αλλά πάντα τζείνη ξημερώνει.

Πάντα εννα σηκωστεί να μας γελάσει. Εννα έρτει να μας φυσήσει μές'τα μμάθκια. Να περιχαρίσει τες ώρες που εμέις εννα ξιάσουμε. Εννα έρτει μας αθθυμίσει μια δίψα. Εννα έρτει να παίξει όσο μπορεί, με τα κομμένα της τα πόθκια τζαι τα ακρωτηριασμένα άκρα. Εννα μας κοιτάξει με μμάθκια όφκερα αλλά εννα γελά. Τζαι εμείς εννα διψάσουμε πάλε τζαι μετά να ξιάσουμε. Αλλά εννα ξανάρτει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου