Τα φώτα έτρεξαν να κρυφτούν. Χάθηκαν στο βάθος καθώς τα προσέγγισε ένα ανάλαφρο μα σίγουρο βήμα.
Κοντοστάθηκε. Την εξέτασε απο άκρη σε άκρη, με τις φρέσκιες σταγόνες της βροχής να γλύφουν το εβένινο της κορμί. Καθάρισε μια γραμμή στο χείλος του δαχτύλου του και σταμάτησε λίγο πριν την κοφτερή άκρη. Στο χέρι του κρατούσε την μαύρη περικεφαλαία. Απόψε θα κυλήσουν κεφάλια. Με το μαύρο της ελαστικό θα στέγνωνε την άσφαλτο σε μερικά δευτερόλεπτα. Το σκούρο δερμάτινο έτριξε σε μια απότομη κίνηση καθώς μεταμορφωνόταν.
Ο λεβιές κινήθηκε αστραπιαία. Το εναρκτήριο λάκτισμα αντήχησε στα βάθη της σήραγγας. Ο πεντακοσάρης δίχρονος βρυχήθηκε καθώς ξυπνούσε απο τον βαθύ του λήθαργο. Τα τετραπλά micron έφτυσαν φωτιά στον σκοτεινό ουρανό. Κρατήθηκε πιέζοντας, καθώς εκατό αραβικά τον έδεναν στην άκρη της πιο τρελής σφεντόνας. Το ρολόϊ κατάπινε τον χώρο γύρο του καθώς τα ελάχιστα φωτεινά σημεία της υπαίθρου γίνονταν θολές γραμμές.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου