22 Οκτ 2014

Η έξοδος - The Gattaca Incident (Comic II)

Οι σκυφτοί υπέρυθροι προβολείς επέτρεπαν το ξεσκέπασμα της νύκτας σε αυτόν και μόνον. Καθώς έγλειφε ακαριαία τις γνώριμες στροφές αγρίευε το σμήνος απο σφήκες κάτω απο τα πόδια του και τον εκσφενδόνιζε η τρομακτική κεντρομόλος. Οι στροφές ανεβοκατέβαιναν σαν μεθυσμένες δίνοντας του επιδεικτικά αλλεπάλληλες κλωτσιές κάτω απο την μέση που έφταναν μέχρι τον σβέρκο. 


Οι κοφτερές τομές της διέλυαν τις λεπτές σταγόνες της βροχής. Ξεγλιστρούσαν πάνω στο απαλό άγγιγμα της βαφής. Εξάτμιση, κατέβασμα, κρότος, μειδίαμα, ξανά, πάλι, μετά - για το ύστερα. Καβαλούσε στην πλάτη του μάυρου φιδιού καταπίνοντας τα ανήφορα και τις στροφές ενώ ο κρύος αέρας ανέβαζε ταχύτητες και κατάφερνε μετά απο προσπάθεια να περάσει μέσα απο το σφιχτό πετσί. 

Ο δρόμος οδήγησε σε ένα μακρύ ανήφορο - καθρέφτης φωτεινός σε σκοτεινούς κυβικούς κόσμους, στρωμένους με χαλιά και περίεργα φώτα, σκόρπια ρούχα και εξαρτήματα - έστρωσε τον γνώριμο καπνό το δίχρονο καθώς αναστέναξαν τα εκατομμύρια σφήκες που έπνεαν στα στήθια του ενώ εκτοξευόταν. Βρυχήθηκαν καθώς με τρομερή ευκολία πέταξαν το βάρος τους. 

Περνούσαν χρόνια και μέρες με την ταχύτητα που αφήνει πίσω της το φώς. Ζύγιζε το βάρος του στο ελαφρύ χαλίκι καθώς έσπρωχνε το ατίθασο γκάζι. Κοίταζε τριγύρω του μα δεν μπορούσε να δεί, άκουγε τις βοές μα δεν μπορούσε να καταλάβει, ένιωθε τις αφές μα δεν μπορούσε να αισθανθεί, κατάπινε μα δεν μπορούσε να γευτεί, έπνεε χωρίς να μπορεί να εισπνεύσει. 

Τον προσπερνούσαν καθώς προσπαθούσε να παραβγεί, έσκιζε πανιά και τα άδεια μπουκάλια έφτιαχναν πυραμίδες στις οποίες σκαρφάλωνε για να κατρακυλήσει. Ο ατίθασος 500ης πίεζε καθώς ζητούσε παραπάνω. Σήκωσε το δεξί του φρύδι καθώς διερωτήθηκε απο που να έρεε αυτή η αστείρευτη πηγή ενέργειας. Ήταν ήδη στη τελεταία ταχύτητα καθώς δεν είχε κάτι περισσότερο να πράξει απο το να μείνει δεμένος στην ακράτητη ορμή αυτού του βέλους. Η μικρή αντλία αίματος πίσω απο τον γνώριμο κλωβό χτύπησε δυνατά καθώς ένα αστείρευτο φως τον τορπίλιζε. 

Είχε φτάσει πράγματι στο άκρο, μήπως το ανήφορο αυτό θα ήταν το τελευταίο, μήπως αυτό θα τον έβρισκε στο τέλος, είχε άραγε κρατήσει αρκετό καύσιμο για την τελική ευθεία; Θα έφτανε άραγε ή θα τον έκοβε στην μέση. Η αλήθεια έιναι πως στους ατελείωτους διαδρόμους των σκέψεων που έκρυβε η περικεφαλαία αυτή, δεν τον ενδιέφερε. Όχι. Είχε πάψει. Διότι δεν του είχε απομείνει κάτι. Πέραν απο τα βασικά. Οι δυνάμεις θα τον έφταναν μέχρι εκέι που θα έφταναν. Το μέγιστο θα οριζόταν εκέι.

Σκορπίστηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου