Βρίσκεσαι σε ένα άρρωστο, σπάνιο ξανά.
Κάπου να παίζεις κρυφτό ακόμα - με ένα φόβο κρυφό που να σκιάζει αργά και σταθερά σαν σύννεφο φορτωμένο βροχή τα λιβάδια μέσα σου - ότι θα μείνεις τελικά έξω απο το παιχνίδι. Ότι τελικά όλοι πήγαν σπίτια τους και πως έμεινες εσύ κρυμμένος σε μια γωνιά, να αφουγκράζεσαι τα βήματα τους, τους ψίθυρους, το τρίξιμο στο χαλίκι κάτω απο τα ελαφρά τους βήματα, ελπίζοντας πως ακόμα είναι εκεί - πως δεν έφυγαν, πως ακόμα πρέπει να κερδίσουν, πως είσαι μέσα στο παιχνίδι. Πως σε ψάχνουν. Πως θα χαρείς αν χάσεις. Πως θα χαιρόσουν ένα γύρο ακόμα. Αν σε βρούν θα ξαναπαίξεις.
Φύγαν όλοι με κεφάλια τους σκυφτά στην απαλή βροχή, στο σπίτι περιμένει ζεστό μπάνιο και τηλεόραση. Ίσως και παραμύθια και άλλα τέτοια μυστήρια για να αποκοιμήσουν τους δράκους και άλλα αιμοβόρα τέρατα που φωλιάζουν κάτω απο το κρεβάτι τους.
Φύγαν. Και έμεινες να περιμένεις. Με τις γωνιές να σε κρύβουν και να πλάθουν ξανά τις φωνές - να μεγαλώνουν και να τις πνίγει η χαμηλή πρωινή ομίχλη. Να σε οδηγούν στην αρένα, που μένει ανοιχτή μόνο για μια μέρα.
Πως έχεις μια ακόμα μέρα πριν χαθείς, πριν εξαφανιστείς για να σε χαρούν οι θεατές, να ξεσηκώσεις τα πλήθη, πριν σε διαμελίσουν οι μέρες - η κάθε μια τους να πάρει ένα κομμάτι σου.
Να ξαναφανείς. Να ξημερώσεις. Να προσκυνήσεις. Να ανταμώσεις ξανά - έκπληκτος - ένα παλιό νόμισμα που είχες κάποτε σημαδέψει.
Όχι όμως να προσκυνήσεις...
ΑπάντησηΔιαγραφήΞενούδης