Άρπαξε το νυστέρι και την λαβίδα απο την ξεθωριασμένη μολυβοθήκη. Άπλωσε το χέρι έξω απο το χρωματιστό παράθυρο και χάραξε ένα κομμάτι απο τον ουρανό. Το ξεφύλλισε δειλά-δειλά με την λαβίδα και το έβαλε δίπλα στα χαρτιά που σκέπαζαν το γραφείο. Τώρα κοίταζε σε μια φέτα απο έκλειψη. Βρισκόταν πίσω απο όλα. Δύσκολα θα πίστευε κανείς πως πίσω απο έναν απο τους χιλιάδες νυχτερινούς ουρανούς θα έβρισκε την άλλη όψη ενός καθρέφτη. Δύσκολα θα έκρυβε κανείς κάτι τέτοιο όμως κρυβόταν εκέι πίσω απο όλες τις πιθανές εκλείψεις όλα αυτά τα χρόνια. Κοίταξε. Δύσκολα θα το περίγραφε κανείς, δύσκολα τα λόγια και οι λέξεις ίσως φτωχές. Κοίταζε τον εαυτό του πίσω απο τον καθρέφτη και έβλεπε μάτια να αλλάζουν θέση και στόματα να μεταναστεύουν βόρεια και να αφήνουν πίσω τους ρυτίδες με αλμυρές εκκρίσεις. Θολώνουν τα γυαλιά. Θολώνουν οι φακοί.
Η παγίδα της έκλειψης. Του πότε θα γίνεις. Του πότε θα είσαι αυτό που ήσουν. Το πως έγινες αυτό που είσαι. Πάντα να ακροβατείς στην έκλειψη.
Η παγίδα της έκλειψης. Του πότε θα γίνεις. Του πότε θα είσαι αυτό που ήσουν. Το πως έγινες αυτό που είσαι. Πάντα να ακροβατείς στην έκλειψη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου