Για παράδειγμα, τωρά εν 22:29 GMT.
Εκουράστηκα να σε έχω πάνω μου ρε φίλε. Έφκαλα σε που πανω στον λαιμό μου, δίπλα που τον σταυρό τον βαφτισιτκό που εκρέμμεσουν, και έκλεισα σε μέσα σε ένα πουγκούι δερμάτινο που είχα. Είσαι τωρά χωσμένος μέστες φανέλλες τες τρυπημένες που εγόρασα νομίζω προχτές αλλά στην πραγματικότητα ήταν 4 -5 χρόνια πρίν. Στο καλό, νομίζω εν με κόφτει πκιόν. Εν τούτο που φοούμαι νομίζω. Πως δεν με κόφτει. Νομίζω πως πίσω που το τιμόνι κάποιος κάθεται, αλλά τζιαμέ που ήταν κάποτε το τιμόνι τωρά εν εχει τίποτε. Οπότε ο τύπος απλά κάμνει τίποτε.
Επέταξα σε που δίπλα μου αλλά τες νύχτες ξυπνώ κάποτε, πως εχάθηκες τζαι γυρέφκω το τηλέφωνο μέστα σκεπάσματα να δω την ώρα. Εψές ήταν 340-κάτι. Εσκέφτηκα να παω δουλειά αλλά είπα αίσε. Νωρίς-γλήορα. Τι νόημα έχει αν αλλάσσεις τους δείχτες όποτε θέλεις. Εψές είδα πως εξύπνησα μέσα σε χέρια και πόδια. Δηλαδή άθρωποι αλλά κατα κάποιο τρόπο νεκροί. Εφοήθηκα θυμούμαι και ο μόνος τόπος που είχε να παω ήταν μάθημα αγγλικά. Σπίτι μιας θείας. Έμεινα όξυπνος 15 λεπτά μέσα στην λεπτή ζών η του λυκόφωτος να σκέφτομαι μέσα στο όνειρο. Τι μαλακεί ήταν ρε φίλε. Τι μαλακεία. Δεν εμπορούσα να κινηθώ. Εφοήθηκα ρε φίλε ξέρεις το; Γαμώτα. Τζαι το πρωί με το που το εσηώθηκα εβρέθηκα στο γραφείο να κάμνω καφέ. Ακόμα έρκεται μου.
Εφοήθηκα αλλά έλειπες. Ήσουν μέστο πουγκούι, μέστες φανέλλες τες καινούριες που τωρά εν παλιές. Δίπλα που το τρικό ποθ ξιχάνω πως εν παλιό πάλε. Που το παντελονι το καινούριο που πάλε έλυσε στον κάβαλλο.
Ξεδίνουνται τα ράμματα μου το πρωί στο ποδήλατο. Ενοχλεί με. Θέλω να σταματήσει. Ενοχλείμε πολλά. Καμιά φορά πρέεπει να κατεβώ να τα σφίξω. Ξέρεις ότι εν περίπου 1 λεπτο να τα σφίξω, μέστα νερά. Να φκάλω γάντια, να δέσω ράμματα, να σάσω αδιάβροχα, να ξαναφορήσω γάντια, να φκώ ξανά που την αργή ταχύτητα να ξαναφκώ. Εννα χάσω....πόσα...μεν σου πω 3 λεπτά που την δουλειά. Και μετά εννα αρκήσω να πάω σπίτι. Να νυχτώσει να γίνει 2310 GMT.
Εσύ μέστο πουγκούι, παρέα με κλάτσες και φανέλλες. Παρέα με χέρια, πόδια και γενικά αγκαλιά με την ακινησία. Να ησυχάζεις μέστο πουγκούι μέστα βραστα ρε τα κέρατάμουμέσα μέστα βραστά. Ενώ εγώ..
Ενώ εγώ. 2315 GMT.
Εκουράστηκα να σε έχω πάνω μου ρε φίλε. Έφκαλα σε που πανω στον λαιμό μου, δίπλα που τον σταυρό τον βαφτισιτκό που εκρέμμεσουν, και έκλεισα σε μέσα σε ένα πουγκούι δερμάτινο που είχα. Είσαι τωρά χωσμένος μέστες φανέλλες τες τρυπημένες που εγόρασα νομίζω προχτές αλλά στην πραγματικότητα ήταν 4 -5 χρόνια πρίν. Στο καλό, νομίζω εν με κόφτει πκιόν. Εν τούτο που φοούμαι νομίζω. Πως δεν με κόφτει. Νομίζω πως πίσω που το τιμόνι κάποιος κάθεται, αλλά τζιαμέ που ήταν κάποτε το τιμόνι τωρά εν εχει τίποτε. Οπότε ο τύπος απλά κάμνει τίποτε.
Επέταξα σε που δίπλα μου αλλά τες νύχτες ξυπνώ κάποτε, πως εχάθηκες τζαι γυρέφκω το τηλέφωνο μέστα σκεπάσματα να δω την ώρα. Εψές ήταν 340-κάτι. Εσκέφτηκα να παω δουλειά αλλά είπα αίσε. Νωρίς-γλήορα. Τι νόημα έχει αν αλλάσσεις τους δείχτες όποτε θέλεις. Εψές είδα πως εξύπνησα μέσα σε χέρια και πόδια. Δηλαδή άθρωποι αλλά κατα κάποιο τρόπο νεκροί. Εφοήθηκα θυμούμαι και ο μόνος τόπος που είχε να παω ήταν μάθημα αγγλικά. Σπίτι μιας θείας. Έμεινα όξυπνος 15 λεπτά μέσα στην λεπτή ζών η του λυκόφωτος να σκέφτομαι μέσα στο όνειρο. Τι μαλακεί ήταν ρε φίλε. Τι μαλακεία. Δεν εμπορούσα να κινηθώ. Εφοήθηκα ρε φίλε ξέρεις το; Γαμώτα. Τζαι το πρωί με το που το εσηώθηκα εβρέθηκα στο γραφείο να κάμνω καφέ. Ακόμα έρκεται μου.
Εφοήθηκα αλλά έλειπες. Ήσουν μέστο πουγκούι, μέστες φανέλλες τες καινούριες που τωρά εν παλιές. Δίπλα που το τρικό ποθ ξιχάνω πως εν παλιό πάλε. Που το παντελονι το καινούριο που πάλε έλυσε στον κάβαλλο.
Ξεδίνουνται τα ράμματα μου το πρωί στο ποδήλατο. Ενοχλεί με. Θέλω να σταματήσει. Ενοχλείμε πολλά. Καμιά φορά πρέεπει να κατεβώ να τα σφίξω. Ξέρεις ότι εν περίπου 1 λεπτο να τα σφίξω, μέστα νερά. Να φκάλω γάντια, να δέσω ράμματα, να σάσω αδιάβροχα, να ξαναφορήσω γάντια, να φκώ ξανά που την αργή ταχύτητα να ξαναφκώ. Εννα χάσω....πόσα...μεν σου πω 3 λεπτά που την δουλειά. Και μετά εννα αρκήσω να πάω σπίτι. Να νυχτώσει να γίνει 2310 GMT.
Εσύ μέστο πουγκούι, παρέα με κλάτσες και φανέλλες. Παρέα με χέρια, πόδια και γενικά αγκαλιά με την ακινησία. Να ησυχάζεις μέστο πουγκούι μέστα βραστα ρε τα κέρατάμουμέσα μέστα βραστά. Ενώ εγώ..
Ενώ εγώ. 2315 GMT.
Ευριπίδη καλέ μου, το πολύ εξωπραγματικό κι ονειρικό, παρά τη γοητεία τους, μάς απομακρύνουν τελικά από την αναγκαία καθημερινότητα. Κάνε μια μικρή διόρθωση πορείας...
ΑπάντησηΔιαγραφήΞενούδης