13 Μαρ 2013

Σε άγονα και πετρόσπαρτα χώματα, έσπειρα μια χούφτα λέξεις.
Τις πότισα με σκέψεις και με Ίχωρ. Θεέ !
Και κάρπισαν και γέλασαν σε δροσερή νοτία, σε Ήλιο γελαστό και κύμα θαρραλέο.
Βγάλανε κλώνους, παραπούλια και μείναν εκεί - αειθαλή. Κρύωσαν. Κιτρίνισαν.

Αυτές που πνίγηκαν. Εκείνες που σάπισαν στο υγρό υπέδαφος.
Μείναν σκλάβοι. Πέταξαν τις φλούδες και περίμεναν. Ορθάνοικτες.
Περίμεναν. Για αιώνες. Παράξενους αιώνες. Θλιβερούς αιώνες.
Περίμεναν να ζήσουν, με Ύδωρ και οξυγόνο. Δίψασαν.
Μείναν σκλάβοι. Πνίγηκαν.