Γυρνάς κάθε μέρα στις ατέλειωτα μικρές γωνιές ενός κύβου που στην αλήθεια μοιάζει σκεύος. Με σκεύος που κρατάει στάχτες απο αλλοτινά καλοκαίρια και ξασπρισμένα κόκκαλα. Πλυμμένα με κρασί. Σκεύος, δίπλα σε κτερίσματα πολύτιμα. Απο όλα, αυτό το πιο ακριβό. Χωμένο μέσα σε λουλλούδια σπάνια και βότανα ακριβοπλήρωτα, μαζεμένα στου κόσμου τις τέσσερις γωνιές. Μελετημένο απο μάστορες και τεχνίτες. Στο σκεύος. Στο σκεύος μέσα η ζωή. Μου. Σε εκατόμβη, γραμμή να κρατάει για εξιλέωση. Στα δόντια σας άρχονται, σε πιατέλες χρυσές. Παρακαλώ, πως είστε; Καλημέρα σας !
Πάλι, πάλι, πάλι να θολώνει το λιγοστό φώς. Και τα σκεύη να κροταλίζουν απο μακριά. Να σημαίνουν πως είμαστε κοντά. Να θολώνουν να μην δω. Μη δω και φοβηθώ. Μη δω και ξυπνήσω. Τόσα λάθη και ακόμα στο θα. Στο σκεύος. Περίπατος σύντομος, μα όχι μικρός, στο σκεύος.
Πάλι, πάλι, πάλι να θολώνει το λιγοστό φώς. Και τα σκεύη να κροταλίζουν απο μακριά. Να σημαίνουν πως είμαστε κοντά. Να θολώνουν να μην δω. Μη δω και φοβηθώ. Μη δω και ξυπνήσω. Τόσα λάθη και ακόμα στο θα. Στο σκεύος. Περίπατος σύντομος, μα όχι μικρός, στο σκεύος.